Αν πέσω, έπεσα.
Υπέροχη, ηλιόλουστη μέρα, μετά από καιρό.
Περπάτησα πολύ, ώρες, από το πρωί. Η πόλη μου είναι πολύ μικρή, αλλά και πολύ πυκνοδιακοσμημένη.
Κάτι τέτοιες στιγμές, μου λείπει η Αθήνα. Λόγω ενός μπουκαλιού νερού, που δε βρίσκω Κυριακές. Λόγω της ερημιάς της πόλης, που ξυπνάει νωρίς αλλά δεν περπατάει. Περίπτερα κλειστά, καντίνες κλειστές, καφετέριες που σκουπίζονται και ξεσκονίζονται στις δέκα και μισή το πρωί. Ένας παππούς με σκύλο και δυο έφηβοι με πατίνι.
Ο ήλιος καίει κι ο αέρας είναι δροσερός. Η συγκοινωνία είναι αραιή τις Κυριακές, έχω τρία τέταρτα μπροστά μου για περπατήσω, όπως έκανα παλιά, στην Αθήνα. Πρωί, πριν ξυπνήσει η πόλη. Εδώ, βέβαια, δε χρειάζεται καν να ξυπνήσω πρωί. Η πόλη κοιμάται γενικώς, εκτός αν αγαπάς τα φλιπεράκια.
Το τραμ είναι γεμάτο ποδήλατα. Λογικό. Ποδηλατόδρομοι παντού, γρασίδι και δέντρα παντού. Βγάζω ηλιόλουστες φωτογραφίες του ποταμιού με την απαίσια κάμερα του κινητού μου.
Αύριο έχουμε αργία, δεν ξέρω ποια γιορτή ακριβώς. Περπατάω στον ήλιο και χαλαρώνω.
Για σήμερα, κλείδωσα τα προβλήματά μου στο σπίτι. Το βράδυ, που η διάθεση γίνεται σκοτεινή, θα πάω να τα συναντήσω και πάλι.
Περπατάω σε τεντωμένο σκοινί; Ίσως. Αλλά έχω διασχίσει το μισό.
Και δεν κοιτάω κάτω.
Κανένα σχόλιο ακόμα.
